Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Synagoge
[gender: feminine]
01
συναγωγή, εβραϊκός ναός
Das Gotteshaus der jüdischen Gemeinde
Παραδείγματα
Die Synagoge ist oft das Zentrum des jüdischen Lebens.
Η συναγωγή είναι συχνά το κέντρο της εβραϊκής ζωής.


























