Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surren
01
βουίζω, βουηχάω
Das charakteristische Summ- oder Schwirrgeräusch, das fliegende Insekten mit ihren Flügeln erzeugen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
surre
γ΄ ενικό πρόσωπο
surrt
ενεστώτα μετοχή
surrend
απλός αόριστος
surrte
παθητική μετοχή
gesurrt
Παραδείγματα
Die Bienen und Fliegen surrten im Garten.
Οι μέλισσες και οι μύγες βουίζαν στον κήπο.



























