ständig
stän
ˈʃtɛn
shten
dig
dɪk
dik

Ορισμός και σημασία του "ständig"στα γερμανικά

01

συνεχής, σταθερός

Ohne Pause oder häufig wiederkehrend 
ständig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ständigsten
συγκριτικός βαθμός
ständiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zeit, Verhalten, Ereignisse
Παραδείγματα
Ständige Geräusche stören meinen Schlaf. 

Οι συνεχείς θορύβοι διαταράσσουν τον ύπνο μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store