Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
städtisch
01
αστικός, δημοτικός
Verbunden mit einer Stadt oder zum Bereich einer Stadt gehörend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Städtische Schulen sind meist größer als ländliche.
Τα αστικά σχολεία είναι συνήθως μεγαλύτερα από τα αγροτικά σχολεία.



























