städtisch
Pronunciation
/ˈʃtɛtɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "städtisch"στα γερμανικά

städtisch
01

αστικός, δημοτικός

Verbunden mit einer Stadt oder zum Bereich einer Stadt gehörend
städtisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Städtische Schulen sind meist größer als ländliche.
Τα αστικά σχολεία είναι συνήθως μεγαλύτερα από τα αγροτικά σχολεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store