Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Sturm
[gender: masculine]
01
καταιγίδα, θύελλα
Ein sehr starker Wind, oft mit Regen oder Schnee
Παραδείγματα
Nach dem Sturm ist die Straße blockiert.
Μετά την καταιγίδα, ο δρόμος είναι μπλοκαρισμένος.


























