der sturm
sturm
ʃtʊrm
shtoorm
stummstorm

Ορισμός και σημασία του "sturm"στα γερμανικά

01

καταιγίδα, θύελλα

Ein sehr starker Wind, oft mit Regen oder Schnee 
der Sturm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Stürme
γενική πτώση
Sturm(e)s
Παραδείγματα
Der Sturm zerstörte viele Bäume. 

Η καταιγίδα κατέστρεψε πολλά δέντρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store