Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Sturm
01
καταιγίδα, θύελλα
Ein sehr starker Wind, oft mit Regen oder Schnee
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Stürme
γενική πτώση
Sturm(e)s
Παραδείγματα
Der Sturm zerstörte viele Bäume.
Η καταιγίδα κατέστρεψε πολλά δέντρα.
LanGeek



























