Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
strukturiert
01
δομημένος, οργανωμένος
Gut organisiert und klar aufgebaut
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am strukturiertesten
συγκριτικός βαθμός
strukturierter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine Präsentation war sehr strukturiert und leicht zu verstehen.
Η παρουσίασή του ήταν πολύ δομημένη και εύκολη στην κατανόηση.



























