Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
strukturiert
01
δομημένος, οργανωμένος
Gut organisiert und klar aufgebaut
Παραδείγματα
Kinder brauchen oft eine strukturierte Umgebung, um sich sicher zu fühlen.
Τα παιδιά χρειάζονται συχνά ένα δομημένο περιβάλλον για να αισθάνονται ασφαλή.


























