der strom
strom
ʃtʁo:m
shtrom
storm

Ορισμός και σημασία του "strom"στα γερμανικά

01

ηλεκτρικό ρεύμα, ηλεκτρισμός

Fluss von elektrischer Energie durch Leitungen 
der Strom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Strom(e)s
Παραδείγματα
Wir haben gerade keinen Strom im Haus. 

Δεν έχουμε ρεύμα στο σπίτι αυτή τη στιγμή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store