Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Streit
01
σύγκρουση, φιλονικία
Ein Konflikt oder eine heftige Auseinandersetzung mit Worten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Streit(e)s
πληθυντικός τύπος
Streite
Παραδείγματα
Nach dem Streit herrschte Stille.
Μετά τη διαμάχη, επικρατούσε ησυχία.



























