der streit
streit
ʃtʁaɪt
στραιτ

Ορισμός και σημασία του "streit"στα γερμανικά

01

σύγκρουση, φιλονικία

Ein Konflikt oder eine heftige Auseinandersetzung mit Worten 
der Streit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Streite
γενική πτώση
Streit(e)s
Παραδείγματα
Es gab einen Streit zwischen den Nachbarn. 

Υπήρξε μια φιλονικία μεταξύ των γειτόνων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store