Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Streik
01
απεργία, αποχή από εργασία
Ein organisierter Arbeitsausstand, bei dem Arbeitnehmer die Arbeit niederlegen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Streike
γενική πτώση
Streik(e)s
Παραδείγματα
Der Streik dauert schon drei Tage.
Η απεργία διαρκεί ήδη τρεις ημέρες.
LanGeek



























