der streik
streik
ʃtʁaɪk
shtraik

Ορισμός και σημασία του "streik"στα γερμανικά

01

απεργία, αποχή από εργασία

Ein organisierter Arbeitsausstand, bei dem Arbeitnehmer die Arbeit niederlegen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Streike
γενική πτώση
Streik(e)s
Παραδείγματα
Der Streik dauert schon drei Tage. 

Η απεργία διαρκεί ήδη τρεις ημέρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store