stoppen
Pronunciation
/ˈʃtɔpən/

Ορισμός και σημασία του "stoppen"στα γερμανικά

stoppen
[past form: stoppte]
01

σταματώ, ανακόπτω

Etwas anhalten oder zum Stillstand bringen
stoppen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stoppe
γ΄ ενικό πρόσωπο
stoppt
ενεστώτα μετοχή
stoppend
απλός αόριστος
stoppte
παθητική μετοχή
gestoppt
Παραδείγματα
Der Fahrer stoppte wegen des Verkehrs.
Ο οδηγός σταμάτησε λόγω της κυκλοφορίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store