Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stoppen
[past form: stoppte]
01
σταματώ, ανακόπτω
Etwas anhalten oder zum Stillstand bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stoppe
γ΄ ενικό πρόσωπο
stoppt
ενεστώτα μετοχή
stoppend
απλός αόριστος
stoppte
παθητική μετοχή
gestoppt
Παραδείγματα
Der Fahrer stoppte wegen des Verkehrs.
Ο οδηγός σταμάτησε λόγω της κυκλοφορίας.



























