Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Stoff
01
υλικό, ύφασμα
Material, aus dem etwas besteht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Stoff(e)s
πληθυντικός τύπος
Stoffe
Παραδείγματα
Dieser Stoff ist sehr teuer.
Αυτό το ύφασμα είναι πολύ ακριβό.



























