der Stoff
Pronunciation
/ʃtɔf/

Ορισμός και σημασία του "stoff"στα γερμανικά

01

υλικό, ύφασμα

Material, aus dem etwas besteht
der Stoff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Stoff(e)s
πληθυντικός τύπος
Stoffe
Παραδείγματα
Plastik ist ein künstlicher Stoff.
Το πλαστικό είναι ένα τεχνητό υλικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store