die stimmung
sti
ˈʃtɪ
shti
mmung
mʊng
moong
strömung

Ορισμός και σημασία του "stimmung"στα γερμανικά

01

ατμόσφαιρα, κλίμα

Die emotionale Atmosphäre in einer Situation oder Gruppe 
die Stimmung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Stimmungen
γενική πτώση
Stimmung
Παραδείγματα
Die Stimmung auf der Party war ausgelassen. 

Η ατμόσφαιρα στο πάρτι ήταν χαρούμενη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store