Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Stimmung
[gender: feminine]
01
ατμόσφαιρα, κλίμα
Die emotionale Atmosphäre in einer Situation oder Gruppe
Παραδείγματα
Die düstere Stimmung des Films beeindruckte mich.
Η ζοφερή ατμόσφαιρα της ταινίας με εντυπωσίασε.


























