Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stimmig
01
αρμονικός, συνεπής
Harmonisch aufeinander abgestimmt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am stimmigsten
συγκριτικός βαθμός
stimmiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die städtebauliche Planung schafft ein stimmiges Stadtbild.
Ο πολεοδομικός σχεδιασμός δημιουργεί ένα συνεκτικό αστικό τοπίο.



























