Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Stellung
01
θέση, αξίωμα
Eine bestimmte berufliche Position oder Rolle in einem Unternehmen oder einer Organisation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Stellung
πληθυντικός τύπος
Stellungen
Παραδείγματα
Sie hat eine leitende Stellung in der Firma.
Κρατά διοικητική θέση στην εταιρεία.
02
θέση, στάση
Eine persönliche oder offizielle Meinung oder Haltung zu einem Thema
Παραδείγματα
Seine Stellung zu diesem Thema ist klar.
Η θέση του σε αυτό το θέμα είναι σαφής.



























