Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stellen
01
τοποθετώ, βάζω
Etwas aufrecht an einen Ort tun
Παραδείγματα
Stell bitte die Flasche in den Kühlschrank!
Βάλε παρακαλώ το μπουκάλι στο ψυγείο !
02
ρυθμίζω, προσαρμόζω
Etwas technisch einstellen oder verändern
Παραδείγματα
Er stellt die Uhr neu ein.
Αυτός ρυθμίζει το ρολόι ξανά.
03
στέκομαι, τοποθετούμαι
Sich an einen bestimmten Ort begeben
Παραδείγματα
Sie stellte sich ans Fenster.
Αυτή στάθηκε δίπλα στο παράθυρο.


























