Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stellen
01
τοποθετώ, βάζω
Etwas aufrecht an einen Ort tun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt
ενεστώτα μετοχή
stellend
απλός αόριστος
stellte
παθητική μετοχή
gestellt
Παραδείγματα
Ich stelle die Vase auf den Tisch.
Εγώ τοποθετώ το βάζο στο τραπέζι.
02
ρυθμίζω, προσαρμόζω
Etwas technisch einstellen oder verändern
Παραδείγματα
Kannst du die Uhr stellen?
Μπορείς να ρυθμίσεις το ρολόι ;
03
στέκομαι, τοποθετούμαι
Sich an einen bestimmten Ort begeben
Παραδείγματα
Stell dich bitte hierhin!
Στάσου εδώ, παρακαλώ!



























