Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
steigen
01
ανεβαίνω, σκαλώνω
Sich nach oben bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
steige
γ΄ ενικό πρόσωπο
steigt
ενεστώτα μετοχή
steigend
απλός αόριστος
stieg
παθητική μετοχή
gestiegen
Παραδείγματα
Sie stieg auf den Berg.
Αυτή ανέβηκε στο βουνό.
02
αυξάνω
Quantitativ größer oder höher werden
Παραδείγματα
Die Preise sind um 20% gestiegen.
Οι τιμές αυξήθηκαν κατά 20%.



























