steigen
Pronunciation
/ˈʃtaɪ̯ɡən/

Ορισμός και σημασία του "steigen"στα γερμανικά

steigen
01

ανεβαίνω, σκαλώνω

Sich nach oben bewegen
steigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
steige
γ΄ ενικό πρόσωπο
steigt
ενεστώτα μετοχή
steigend
απλός αόριστος
stieg
παθητική μετοχή
gestiegen
Παραδείγματα
Das Flugzeug steigt auf 10.000 Meter.
Το αεροπλάνο ανεβαίνει στα 10.000 μέτρα.
02

αυξάνω

Quantitativ größer oder höher werden
steigen definition and meaning
Παραδείγματα
Die Aktienkurse steigen schnell.
Οι τιμές των μετοχών ανεβαίνουν γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store