der Stau
Pronunciation
/ʃtaʊ̯/

Ορισμός και σημασία του "stau"στα γερμανικά

01

κυκλοφοριακή συμφόρηση, μποτιλιάρισμα

Eine stockende oder stehende Ansammlung von Fahrzeugen auf der Straße
der Stau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Staus
πληθυντικός τύπος
Staus
Παραδείγματα
Der Stau löste sich plötzlich auf.
Η κίνηση ξαφνικά διαλύθηκε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store