Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
starren
[past form: starrte]
01
κοιτάζω επίμονα
Mit festem, oft angespanntem Blick lange auf etwas schauen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
starre
γ΄ ενικό πρόσωπο
starrt
ενεστώτα μετοχή
starrend
απλός αόριστος
starrte
παθητική μετοχή
gestarrt
Παραδείγματα
Der Hund starrte unverwandt auf das Leckerli.
Ο σκύλος κοίταζε ακλόνητα το λιχουδιά.



























