Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
starren
01
κοιτάζω επίμονα
Mit festem, oft angespanntem Blick lange auf etwas schauen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
starre
γ΄ ενικό πρόσωπο
starrt
ενεστώτα μετοχή
starrend
απλός αόριστος
starrte
παθητική μετοχή
gestarrt
Παραδείγματα
Er starrte die seltsame Wolke am Himmel an.
Κοίταζε επίμονα το βλέμμα το περίεργο σύννεφο στον ουρανό.



























