starren
starren
ʃtaʁən
shtarēn
starten

Ορισμός και σημασία του "starren"στα γερμανικά

starren
01

κοιτάζω επίμονα

Mit festem, oft angespanntem Blick lange auf etwas schauen 
starren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
starre
γ΄ ενικό πρόσωπο
starrt
ενεστώτα μετοχή
starrend
απλός αόριστος
starrte
παθητική μετοχή
gestarrt
Παραδείγματα
Er starrte die seltsame Wolke am Himmel an. 

Κοίταζε επίμονα το βλέμμα το περίεργο σύννεφο στον ουρανό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store