spurlos
spurlos
ʃpu:ɐlo:s
shpoolos

Ορισμός και σημασία του "spurlos"στα γερμανικά

01

χωρίς ίχνος, χωρίς να αφήσει ίχνος

Ohne eine Spur oder ohne sichtbare Wirkung 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
άκλιτο
θεματικό πεδίο
Verschwinden, Wirkung, Spuren
Παραδείγματα
Der Dieb verschwand spurlos. 

Ο κλέφτης εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

spurlos

spur

+

los

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store