Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spurlos
01
χωρίς ίχνος, χωρίς να αφήσει ίχνος
Ohne eine Spur oder ohne sichtbare Wirkung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
άκλιτο
θεματικό πεδίο
Verschwinden, Wirkung, Spuren
Παραδείγματα
Der Dieb verschwand spurlos.
Ο κλέφτης εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
spurlos
spur
los



























