die Spekulation
Pronunciation
/ʃpekulaˈt͡si̯oːn/

Ορισμός και σημασία του "spekulation"στα γερμανικά

Die Spekulation
01

κερδοσκοπία

Eine Annahme oder Theorie ohne ausreichende Beweise, oft im finanziellen oder theoretischen Kontext
die Spekulation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Spekulation
πληθυντικός τύπος
Spekulationen
Παραδείγματα
Spekulationen über einen Rücktritt des Ministers nehmen zu.
Οι εικασίες για την παραίτηση του υπουργού αυξάνονται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store