Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Spekulation
01
κερδοσκοπία
Eine Annahme oder Theorie ohne ausreichende Beweise, oft im finanziellen oder theoretischen Kontext
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Spekulation
πληθυντικός τύπος
Spekulationen
Παραδείγματα
Spekulationen über einen Rücktritt des Ministers nehmen zu.
Οι εικασίες για την παραίτηση του υπουργού αυξάνονται.



























