Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Spender
01
Person, die freiwillig Geld, Blut, Organe oder andere Dinge spendet
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Der Spender blieb anonym.
Λεξικό Δέντρο
spender
spend



























