Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spektakulär
01
θεαματικός, εντυπωσιακός
Sehr beeindruckend, auffällig oder dramatisch
Παραδείγματα
Wissenschaftler haben eine spektakuläre Entdeckung gemacht.
Οι επιστήμονες έκαναν μια θεαματική ανακάλυψη.


























