spektakulär
spektakulär
ʃpɛktakulɛ:ɐ
shpektakoole

Ορισμός και σημασία του "spektakulär"στα γερμανικά

spektakulär
01

θεαματικός, εντυπωσιακός

Sehr beeindruckend, auffällig oder dramatisch 
spektakulär definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am spektakulärsten
συγκριτικός βαθμός
spektakulärer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Ereignis, Darstellung, Wirkung
Παραδείγματα
Das Feuerwerk war wirklich spektakulär! 

Τα πυροτεχνήματα ήταν πραγματικά θεαματικά !

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store