Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spannen
[past form: spannte]
01
παρακολουθώ, παρατηρώ προσεκτικά
Etwas genau beobachten oder aufmerksam darauf achten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spanne
γ΄ ενικό πρόσωπο
spannt
ενεστώτα μετοχή
spannend
απλός αόριστος
spannte
παθητική μετοχή
gespannt
Παραδείγματα
Die Polizei spannt auf verdächtige Aktivitäten.
Η αστυνομία παρακολουθεί τις ύποπτες δραστηριότητες.



























