spannen
Pronunciation
/ˈʃpanən/

Ορισμός και σημασία του "spannen"στα γερμανικά

spannen
01

παρακολουθώ, παρατηρώ προσεκτικά

Etwas genau beobachten oder aufmerksam darauf achten
spannen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spanne
γ΄ ενικό πρόσωπο
spannt
ενεστώτα μετοχή
spannend
απλός αόριστος
spannte
παθητική μετοχή
gespannt
Παραδείγματα
Die Polizei spannt auf verdächtige Aktivitäten.
Η αστυνομία παρακολουθεί τις ύποπτες δραστηριότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store