Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Sozialkunde
[gender: feminine]
01
κοινωνικές επιστήμες, πολιτική παιδεία
Ein Schulfach, das sich mit gesellschaftlichen, politischen und sozialen Themen beschäftigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Sozialkunde
πληθυντικός τύπος
Sozialkunden
Παραδείγματα
Sozialkunde ist ein wichtiges Fach für das Verständnis unserer Gesellschaft.
Οι κοινωνικές επιστήμες είναι ένα σημαντικό μάθημα για την κατανόηση της κοινωνίας μας.



























