Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sozial
01
κοινωνικός, κοινοτικός
Die Gesellschaft oder Gemeinschaft betreffend
Παραδείγματα
Die Regierung hat neue soziale Programme eingeführt.
Η κυβέρνηση εισήγαγε νέα κοινωνικά προγράμματα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κοινωνικός, κοινοτικός