die Sozialabgabe
Pronunciation
/zˈoːtsiːˌɑlabɡˌɑːbə/

Ορισμός και σημασία του "sozialabgabe"στα γερμανικά

Die Sozialabgabe
[gender: feminine]
01

κοινωνική εισφορά, εισφορά κοινωνικής ασφάλισης

Ein Geldbetrag, den Arbeitnehmer und Arbeitgeber für die Sozialversicherung zahlen
die Sozialabgabe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Sozialabgabe
πληθυντικός τύπος
Sozialabgaben
Παραδείγματα
Die Sozialabgabe finanziert Renten und Arbeitslosenversicherung.
Η κοινωνική εισφορά χρηματοδοτεί τις συντάξεις και την ασφάλεια ανεργίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store