Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Sozialabgabe
01
κοινωνική εισφορά, εισφορά κοινωνικής ασφάλισης
Ein Geldbetrag, den Arbeitnehmer und Arbeitgeber für die Sozialversicherung zahlen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Sozialabgaben
γενική πτώση
Sozialabgabe
Παραδείγματα
Die Sozialabgabe wird automatisch vom Gehalt abgezogen.
Η κοινωνική εισφορά αφαιρείται αυτόματα από τον μισθό.
LanGeek



























