sozial
sozial
zotsi̯a:l
zotsial

Ορισμός και σημασία του "sozial"στα γερμανικά

01

κοινωνικός, κοινοτικός

Die Gesellschaft oder Gemeinschaft betreffend 
sozial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie arbeitet im sozialen Bereich mit Kindern. 

Δουλεύει στον κοινωνικό τομέα με παιδιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store