sozial
Pronunciation
/zoˈtsi̯aːl/

Ορισμός και σημασία του "sozial"στα γερμανικά

01

κοινωνικός, κοινοτικός

Die Gesellschaft oder Gemeinschaft betreffend
sozial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Regierung hat neue soziale Programme eingeführt.
Η κυβέρνηση εισήγαγε νέα κοινωνικά προγράμματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store