Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
souverän
01
αυτοπεπεισμένος, ήρεμος
Sicher und ruhig im Auftreten oder Handeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am souveränsten
συγκριτικός βαθμός
souveräner
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Politiker trat souverän bei der Debatte auf.
Ο πολιτικός ενεργούσε κυριαρχικά κατά τη διάρκεια της συζήτησης.



























