die Skepsis

Ορισμός και σημασία του "skepsis"στα γερμανικά

Die Skepsis
[gender: feminine]
01

σκεπτικισμός, δυσπιστία

Das Gefühl, nicht sofort zu glauben oder zu vertrauen
die Skepsis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Skepsis
Παραδείγματα
Skepsis kann helfen, Fehler zu vermeiden.
Ο σκεπτικισμός μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή λαθών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store