Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Skepsis
01
σκεπτικισμός, δυσπιστία
Das Gefühl, nicht sofort zu glauben oder zu vertrauen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Skepsis
Παραδείγματα
Er zeigt Skepsis gegenüber neuen Ideen.
Δείχνει σκεπτικισμό απέναντι σε νέες ιδέες.



























