Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Skelett
[gender: neuter]
01
σκελετός, οστικό πλαίσιο
Das Gerüst aus Knochen, das den Körper stützt und schützt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Skelett(e)s
πληθυντικός τύπος
Skelette
Παραδείγματα
Das Skelett eines Tieres wurde im Wald gefunden.
Ο σκελετός ενός ζώου βρέθηκε στο δάσος.



























