die sitzbank
sitz
ˈsɪts
sits
bank
bank
bank

Ορισμός και σημασία του "sitzbank"στα γερμανικά

01

πάγκος, μακρύ κάθισμα

ein längeres Möbelstück, auf dem mehrere Personen sitzen können 
die Sitzbank definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Sitzbank
πληθυντικός τύπος
Sitzbänke
Παραδείγματα
Die Sitzbank ist aus Holz. 

Το παγκάκι είναι φτιαγμένο από ξύλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store