sinken
sinken
zɪnkng
zinkng
senkensinnensingenstinken

Ορισμός και σημασία του "sinken"στα γερμανικά

sinken
01

πέφτω, κατεβαίνω

Nach unten gehen oder fallen 
sinken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
sinke
γ΄ ενικό πρόσωπο
sinkt
ενεστώτα μετοχή
sinkend
απλός αόριστος
sank
παθητική μετοχή
gesunken
Παραδείγματα
Der Wasserstand sinkt. 

Το επίπεδο του νερού κατεβαίνει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store