Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sinken
[past form: sank]
01
πέφτω, κατεβαίνω
Nach unten gehen oder fallen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
sinke
γ΄ ενικό πρόσωπο
sinkt
ενεστώτα μετοχή
sinkend
απλός αόριστος
sank
παθητική μετοχή
gesunken
Παραδείγματα
Die Temperatur sinkt nachts.
Η θερμοκρασία πέφτει τη νύχτα.



























