Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sinnvoll
01
λογικός, λογικός
Logisch durchdacht und vernünftig
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am sinnvollsten
συγκριτικός βαθμός
sinnvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Wir brauchen eine sinnvolle Erklärung.
Χρειαζόμαστε μια λογική εξήγηση.
02
χρήσιμος, πρακτικός
Einen praktischen Nutzen oder Zweck erfüllt
Παραδείγματα
Die Sprachübersetzungs-App erwies sich als äußerst sinnvoll.
Η εφαρμογή μετάφρασης ομιλίας αποδείχθηκε εξαιρετικά χρήσιμη.



























