sinnvoll
sinn
ˈsɪn
sin
voll
ˌfɔl
fawl

Ορισμός και σημασία του "sinnvoll"στα γερμανικά

01

λογικός, λογικός

Logisch durchdacht und vernünftig 
sinnvoll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am sinnvollsten
συγκριτικός βαθμός
sinnvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Dein Vorschlag klingt sinnvoll. 

Η πρότασή σου ακούγεται λογική.

02

χρήσιμος, πρακτικός

Einen praktischen Nutzen oder Zweck erfüllt 
sinnvoll definition and meaning
Παραδείγματα
Ein Schweizer Taschenmesser ist auf Reisen sehr sinnvoll. 

Ένα ελβετικό μαχαίρι είναι πολύ χρήσιμο στα ταξίδια.

Λεξικό Δέντρο

sinnvoll

sinn

+

voll

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store