Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sinnvoll
01
λογικός, λογικός
Logisch durchdacht und vernünftig
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am sinnvollsten
συγκριτικός βαθμός
sinnvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Dein Vorschlag klingt sinnvoll.
Η πρότασή σου ακούγεται λογική.
02
χρήσιμος, πρακτικός
Einen praktischen Nutzen oder Zweck erfüllt
Παραδείγματα
Ein Schweizer Taschenmesser ist auf Reisen sehr sinnvoll.
Ένα ελβετικό μαχαίρι είναι πολύ χρήσιμο στα ταξίδια.



























