Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Sicht
[gender: feminine]
01
ορατότητα, οπτικό πεδίο
Der sichtbare Bereich oder die Fernsicht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Sicht
πληθυντικός τύπος
Sichten
Παραδείγματα
Die Sicht war durch den Regen eingeschränkt.
Η ορατότητα ήταν περιορισμένη από τη βροχή.
02
προοπτική, άποψη
Die persönliche Perspektive oder Meinung zu einem Thema
Παραδείγματα
Die politische Sicht des Autors ist umstritten.
Η πολιτική οπτική του συγγραφέα είναι αμφιλεγόμενη.



























