die sicht
sicht
zɪçt
zicht
seichtsachtsucht

Ορισμός και σημασία του "sicht"στα γερμανικά

01

ορατότητα, οπτικό πεδίο

Der sichtbare Bereich oder die Fernsicht 
die Sicht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Sicht
πληθυντικός τύπος
Sichten
Παραδείγματα
Die Sicht war heute klar bis zum Horizont. 

Η ορατότητα ήταν καθαρή μέχρι τον ορίζοντα σήμερα.

02

προοπτική, άποψη

Die persönliche Perspektive oder Meinung zu einem Thema 
die Sicht definition and meaning
Παραδείγματα
Aus wirtschaftlicher Sicht ist das riskant. 

Από οικονομική άποψη, αυτό είναι επικίνδυνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store