Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Sicherheit
01
ασφάλεια, βεβαιότητα
Das Gefühl oder der Zustand, keine Angst oder Zweifel zu haben
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Sicherheit
πληθυντικός τύπος
Sicherheiten
Παραδείγματα
Er fühlt Sicherheit in seiner Arbeit.
Αισθάνεται ασφάλεια στη δουλειά του.
02
ασφάλεια, προστασία
Zustand des Geschütztseins vor Gefahren oder ein sicheres Gefühl
Παραδείγματα
Die Sicherheit der Arbeiter hat oberste Priorität.
Η ασφάλεια των εργαζομένων έχει την υψηλότερη προτεραιότητα.



























