Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Sicherheit
[gender: feminine]
01
ασφάλεια, βεβαιότητα
Das Gefühl oder der Zustand, keine Angst oder Zweifel zu haben
Παραδείγματα
Ohne Sicherheit fällt es schwer zu vertrauen.
Χωρίς ασφάλεια, είναι δύσκολο να εμπιστευτείς.
02
ασφάλεια, προστασία
Zustand des Geschütztseins vor Gefahren oder ein sicheres Gefühl
Παραδείγματα
Moderne Autos bieten hohe passive Sicherheit.
Τα σύγχρονα αυτοκίνητα προσφέρουν υψηλή παθητική ασφάλεια.


























