Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sicher
01
ασφαλής, αξιόπιστος
Nicht gefährlich oder ohne Risiko
Παραδείγματα
Das Kind ist jetzt in Sicherheit.
Το παιδί είναι τώρα σε ασφάλεια.
02
σίγουρος, βεβαιωμένος
Frei von Zweifel
Παραδείγματα
Wir sind sicher, dass es klappt.
Είμαστε βέβαιοι ότι θα λειτουργήσει.
sicher
01
σίγουρα, αναμφίβολα
Mit Gewissheit
Παραδείγματα
Sie ist sicher die Beste.
Είναι σίγουρα η καλύτερη.


























