sicher
Pronunciation
/ˈzɪçɐ/

Ορισμός και σημασία του "sicher"στα γερμανικά

01

ασφαλής, αξιόπιστος

Nicht gefährlich oder ohne Risiko
sicher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am sichersten
συγκριτικός βαθμός
sicherer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Kind ist jetzt in Sicherheit.
Το παιδί είναι τώρα σε ασφάλεια.
02

σίγουρος, βεβαιωμένος

Frei von Zweifel
sicher definition and meaning
Παραδείγματα
Wir sind sicher, dass es klappt.
Είμαστε βέβαιοι ότι θα λειτουργήσει.
01

σίγουρα, αναμφίβολα

Mit Gewissheit
sicher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Sie ist sicher die Beste.
Είναι σίγουρα η καλύτερη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store