das shampoo
sham
ˈʃam
sham
poo
pu:
poo

Ορισμός και σημασία του "shampoo"στα γερμανικά

01

σαμπουάν, σαμπουάν

Ein Waschmittel zum Reinigen der Haare und Kopfhaut 
das Shampoo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Shampoos
γενική πτώση
Shampoos
Παραδείγματα
Ich kaufe immer Shampoo für trockenes Haar. 

Παίρνω πάντα σαμπουάν για ξηρά μαλλιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store