der sessel
sessel
zɛsl
ζεσλ
kessel

Ορισμός και σημασία του "sessel"στα γερμανικά

01

πολυθρόνα, καρέκλα με μπράτσα

Ein bequemer Stuhl zum Sitzen 
der Sessel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Sessel
γενική πτώση
Sessels
Παραδείγματα
Der Sessel ist weich. 

Η πολυθρόνα είναι μαλακή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store