Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schwanken
01
ταλαντεύομαι, κλυδωνίζομαι
Sich hin und her bewegen, ohne festen Halt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schwanke
γ΄ ενικό πρόσωπο
schwankt
ενεστώτα μετοχή
schwankend
απλός αόριστος
schwankte
παθητική μετοχή
schwankt
Παραδείγματα
Der Baum schwankte im starken Wind.
Το δέντρο κουνιόταν στον δυνατό άνεμο.
02
κυμαίνομαι, διακυμαίνομαι
In unregelmäßigen Abständen zu- oder abnehmen
Παραδείγματα
Die Temperaturen schwanken im April stark.
Οι θερμοκρασίες κυμαίνονται έντονα τον Απρίλιο.
03
διστάζω, ταλαντεύομαι
Unentschlossen zwischen Optionen hin- und hergerissen sein
Παραδείγματα
Sie schwankte zwischen Studium und Berufseinstieg.
Αυτή δισταζε μεταξύ σπουδών και έναρξης καριέρας.



























