Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schwanken
[past form: schwankte]
01
ταλαντεύομαι, κλυδωνίζομαι
Sich hin und her bewegen, ohne festen Halt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schwanke
γ΄ ενικό πρόσωπο
schwankt
ενεστώτα μετοχή
schwankend
απλός αόριστος
schwankte
παθητική μετοχή
schwankt
Παραδείγματα
Der Turm schwankte leicht bei dem Erdbeben.
Ο πύργος κουνήθηκε ελαφρά κατά τη διάρκεια του σεισμού.
02
κυμαίνομαι, διακυμαίνομαι
In unregelmäßigen Abständen zu- oder abnehmen
Παραδείγματα
Sein Gewicht schwankt seit der Diät.
Το βάρος του κυμαίνεται από τη δίαιτα.
03
διστάζω, ταλαντεύομαι
Unentschlossen zwischen Optionen hin- und hergerissen sein
Παραδείγματα
Ich schwanke noch, ob ich umziehen soll.
Ακόμα διστάζω αν πρέπει να μετακομίσω.



























