Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schnitzen
01
σκαλίζω, χαράζω
Mit einem Messer Figuren oder Formen aus Holz machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schnitze
γ΄ ενικό πρόσωπο
schnitzt
ενεστώτα μετοχή
schnitzend
απλός αόριστος
schnitzte
παθητική μετοχή
geschnitzt
Παραδείγματα
Sie schnitzt ein Herz in das Holz.
Αυτή σκαλίζει μια καρδιά στο ξύλο.



























