Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schneiden
01
κόβω
Etwas mit einem scharfen Gegenstand in Teile trennen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schneide
γ΄ ενικό πρόσωπο
schneidet
ενεστώτα μετοχή
schneidend
απλός αόριστος
schnitt
παθητική μετοχή
geschnitten
Παραδείγματα
Das Messer schneidet nicht gut.
Το μαχαίρι δεν κόβει καλά.
02
κόβω
Die Haare kürzen
Παραδείγματα
Ich will meine Spitzen schneiden lassen.
Θέλω να κόψω τις άκρες μου.
03
κόβομαι, τραυματίζομαι κόβοντας
Sich mit etwas Scharfem verletzen
Παραδείγματα
Pass auf, sonst schneidest du dich!
Πρόσεχε, αλλιώς θα κοπείς!



























