Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schläfe
01
κρόταφος, κρόταφος
Der seitliche Teil des Kopfes zwischen Stirn und Ohr
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schläfe
πληθυντικός τύπος
Schläfen
Παραδείγματα
Er fasste sich mit der Hand an die Schläfe.
Αγγίξε το κρόταφο του με το χέρι του.



























