die Schläfe

Ορισμός και σημασία του "schläfe"στα γερμανικά

Die Schläfe
[gender: feminine]
01

κρόταφος, κρόταφος

Der seitliche Teil des Kopfes zwischen Stirn und Ohr
die Schläfe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schläfe
πληθυντικός τύπος
Schläfen
Παραδείγματα
Er rieb sich die Schläfen, weil er müde war.
Τρίβοντας τα κρόταφά του γιατί ήταν κουρασμένος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store